Δήμος Δωδώνης

Δημος Δωδωνης

Λεξικό ιδίωμα

 

Α    Β    Γ    Δ    Ε    Z    Η    Θ    Ι     Κ    Λ

 


 

   
   
Α  
 Α,α (Βαρύ κοφτό)  Τί;  Ορίστε; Πώς;
 Ααααααα (Με κίνηση του χεριού προς το στόμα)  Πώ πώ πώ.... έγινε τέτοιο πράμα
 Α μο...  Βιάσου κάνε γρήγορα
    Ε μο...  Καλά μήν ανησυχείς θα κάνω όσο πιό γρήγορα μπορρώ
 Α ωρε (το "α" κοφτό με έκπληξη)  Μιλάς σοβαρά;;;; 
    Ε ωρέ (με έμφαση στο "Ε"  Σοβαρά μιλάω
 Αααααα.... (μακρόσυρτο)  Α μάλιστα ... τώρα το κατάλαβα
 Αβέρτα  Συνεχώς
 Αγκούσα (η)  Δυσφορία, Οικονομική αδυναμία, Το άγχος
 Αγκωνάρ' (το)  Η γωνιακή πέτρα (χρησιμοποιείται και για μεγάλες πέτρες)
 Άιστε (μας)  Πάμε να φύγουμε 
 Αλφάδ..  Το εργαλείο που χρησιμοποιούμε για την μέτρηση της κλίσης των επιφανειών (μτφ) Ο μεθυσμένος π.χ. "Γίναμαν ψέεεεεες .... αλφάδ"
 Αλ'φή   Η αλοιφή (μτφ) Ο μεθυσμένος π.χ. "Γίναμαν ψέεεεες.....   αλ'φή"
 Αλιχτάω  Γαβγίζω  π.χ. "Γιατί αλιχτάν τα σκλιά"
 Αμπώχνω  Σπρώχνω π.χ. (μή μ'αμπώχνς σου'ειπα)
 Αναμεράω  Κάνω στην άκρη .... Αναμέρα (προστ) π.χ. (Αναμέρα σου'ειπα)
 Ανεβατίζω  Ζυμώνω ψωμί
 Αντάρα  Ομίχλη, σκονη, τσακωμός με λόγια (μτφ) π.χ. "Γίναμαν αντάρα"  
 Αντράλα  Βαβούρα, τζερτζελες, φασαρία
 Απόστασα  Κουράστηκα
 Αβγατάω  Αυξάνω
 Αλωνάρ'ς  Ιούνιος
 Ανάπουτος  Κακότροπος, ιδιότροπος
 Αλπού  Αλεπού
 Απ'κάτ  Από κάτω
 Απίπκα / Απίκπα  Ανάποδα
 Απάυτωμα  Η ερωτική πράξη π.χ. "Τσ' έπιασαν ν'απαφτώνονται στ'αχούρ τ' κίτσ"
 Απόσκιο  Στον ίσκιο, το δειλινό
 Αγκιά  Τα κουζινικά (πιάτα κατσαρόλες κλπ)
 Αντριάς  Δεκέμβριος
 Αντράλα  Η φασαρία π.χ. "εγινι μιγάλη αντράλα στου πανηγύρ"
 Αρεντέυω  Τρέχω, πηγαίνω, κάνω βόλτες π.χ. "όλο σ'ναρέντα τουν είνι"
 Αρβάλα  Όλοι μαζί ένα κουβάρι, τσακωμός, η... συνεύρεση π.χ. "τσ΄ επιασαν αρβάλα στ΄αχούρ τ΄κίτσ"
 Αστρέχα  Ο Κενός χώρος μεταξύ στέγης και ταβανιού .... π.χ. "κρύφκε σν'αστρέχα"
 Αχαμνός  Πονηρός π.χ. "ειν' αχαμνο, μι του βλε'πς ετσ" , Έξυπνος, Δουλευταράς π.χ. "σντ'δλεια ειν' αχαμνό"
    Αχαμνά (τα)  Τα αντρικά γεννητικά όργανα π.χ. "Τον βάρεσε στ'αχαμνά"
 Αυτού  Εκεί, στο σημείο που είσαι
 Αμούντ...  Εξαφανίζομαι, εξαφανισμένος, (χάνομαι με μεγάλη ταχύτητα)
 Αρίδα  Το πόδι
 Αγγίδα  Αγγάθι, μικρό κομμάτι ξύλου
 Αφάνσα  Αόριστος του εξαφανίζω π.χ. "αφάνσαν όλσ τσ'λαγους"
 Αφύσκιος  Ο άσχημος , ο αφύσικος π.χ. "Ουυυι τί θα να΄παιρνες απ'αυτόν είν' αφύσκιος", μτφ. ο πολύ καλός, πονηρός π.χ. "μίν τουν βλεπσ ετσ ειν' αφύσκιος" 
 Αχπάν  Από πάνω
 Αψ'χάω  Λιποψυχώ, φοβάμαι
   
 Β  
   
 Βάβω  Η Γιαγία, Μεγάλη (σε ηλικία) γυναίκα
 Βακούφκο  Ιδιοκτησία της εκκλησίας 
 Βατσίνα  Το κυκλικό σημάδι που άφηνε στο χέρι το εμβόλιο της ευλογιάς
 Βαρβατσέλ (το)  Το μικρό τραγί που θέλει να κάνει τον τράγο, μτφ. ο έφηβος  
 Βιτούλ  Το χρονιάρικο αρνί
 Βλάρ (το)  Τόπι υφάσματος που υφαίνεται στον αργαλειό
 Βλιώρα  Η Βρωμιά, η λέρα
 Βούρτσος (ο)  Ο Σκαντζόχοιρος 
 Βτσέλα (η)  Ξύλινη κατασκευή μεταφοράς νερού, βαρέλα
 Βογγάλα  Τρέξιμο με πολύ γρήγορο ρυθμό
 Βελέντζα (η)  Κουβέρτα από γίδινη τρίχα
   
Γ  
   
 Γάνα  Η μουτζούρα
 Γιδοξούρ  Εργαλείο για την περιποίηση προβάτων
 Γέρεψα  Έγινα καλά, γιατρεύτηκα
 Γκίζα (η)  Η μυζήθρα
 Γκιζεράω  Κόβω βόλτες άσκοπα
 Γκαβός  Ο τυφλός επίσης μτφ. ο άφραγκος
 Γκάιλας  Ο Πολύ δυνατός ήλος
 Γκαϊντάρω  Παρατηρώ επίμονα
 Γκανιάζω  Διψάω υπερβολικά πχ. "μας βάρισι ο γκάιλας κι γκανιάξαμαν"
 Γκαργκανούλι  Ο μαύρος στο δέρμα, γύφτος
 Γκδούν  Το κουδούνι, μτφ ο μεθυσμένος π.χ. "γίναμαν ψες γκδούν", π.χ."μας εκαναν το κφαλ γκδούν" ( έκαναν πολύ φασαρία)
 Γκεύω / Γκέψιμο  Βουτάω ψωμί στο ζμί, μτφ. το χαμούρεμα.... π.χ. "Έγκεψες καθολ' εψές"
 Γκλάβα  Μυαλό 
 Γκλαβανί (η)  Τρύπα (κατασκευασμένη) η οποία δίνει πρόσβαση στο ταβάνι ή στο πάτωμα
 Γκρατσάνημα/ Γρατσάνημα  Σπαστικός ήχος π.χ. "μή γρατσανάς σού' ειπα με' κανις κδούν"
 Γίκος  Στίβα από ρούχα
 Γνέμα  Κλωστή
 Γκιλντάρες  Κωλοτούμπες
 Γκιόλ  Ξέφωτο, μτφ ο καραφλός, ο κοντοκουρεμένος
 Γιούμ  Σκεύος μεταφοράς νερού, κατά βάση μεταλικό
 Γκουσ(ι)τέρα  Η σαύρα
 Γκριντζούπ  Όρθιο, Στητό
 Γλέπω  Βλέπω, τράω
 Γούπατο  Βαθύ μέρος (βαθύτερο από τα γύρω μέρη)
 Γρέκι  Τα ποιμνιοστάσια
 Γρί  Τίποτε π.χ. "αστον δέν καταλαβαίν γρί ελληνικά"
 Γρουμπούλι (το)  Εξόγκωμα στο δέρμα, μτφ ο παχύς
 Γρούσπα   Τρύπα, βαθύ μέρος
   
 Δ  
   
 Διπλάρκα  Δίδυμα  
 Δ(ι)γόν  Το μικρότερο παιδί 
 Δικριάν(ι)  Γεωργικό εργαλείο, δικράνι
 Δροτσίλ(ι)  Μικρό σπυράκι, εξάνθημα π.χ. (σού' ειπα μιν πιάνς τσ' γάτις θα γιουμίεις δρουτσίλια"
 Δαμάλι  Το βόδι, μτφ. Εύσωμος/η, εύρωστος/η,  
 Δρομίτσα  Μικρό ψάρι που ζεί σε γλυκά νερά 
 Δώια  Εδώ
   
 Ε  
   
 Ε;  Πώς είπατε; Ορίστε; 
 Ε. ε. ε.  Ναί ναί, έτσι είναι
 Εεεεεε...  Σιά μήν παίρνεις φόρα 
 Εφκα  Αόριστος του φέυγω
   
Ζ  
   
 Ζαβός  Ιδιότροπος
 Ζαγάρ (το)  Το κυνηγόσκυλο  
 Ζαγκανιέμαι  Κουνιέμαι, πάω γυρεύοντας 
 Ζαμάνια  Μεγάλο χρονικό διάστημα, π.χ. "έχω να σε ιδώ χρονια και ζαμάνια"
 Ζάρκο  Το γυμνό, ξεσκέπαστο, καραφλό, μπλέτς 
 Ζβάρα  Περιοχή στο βουνό με χαλίκια (κυρ), μτφ με τις μπάντες, μαλιοκούβαρα 
 Ζβίγκος  Το τίποτε, κενό, άδειο, ενισχύεται εφόσον είναι με χερούλι π.χ. "Τί σού' ειφερε απτ' μπόλη....  Ενα ζβίγκο με χερούλι" 
 Ζγούρ  Το πρόβατο περίπου ενός έτους 
 Ζγώνω  Πλησιάζω, π.χ. "Μίν ζγώνς σού' ειπα   
 Ζιάπα  Ο μεγάλος σε μέγεθος βάτραχος
 Ζιουγκάρ  Λίπωμα εμφανές στο σώμα, εξόγκωμα
 Ζιουπάω  Πιέζω, κάνω μασάζ π.χ. "Ζιούπαμι δώια έχω ένα πόνοοοοοο...."
 Ζλάπ  Το άγριο ζώο, μτφ. ο πανούργος
 Ζμάρ  Το ζυμάρι
 Ζμί  Ζουμί, π.χ. (πώ πώ πώ ζμί... έχουμι να γκέψουμι)
 Ζμπουδιέμαι  Παραπατάω, σκοντάφτω
 Ζοκοπάω/Ζικοπάω  Βρωμάω
 Ζούρα  Κατακάθι
 Ζουμπάς  Εργαλείο, ο κοντός άνθρωπος 
 Ζωντανά  Τα ζώα
   
 Η  
   
Θ   
   
 Θληκώνω   Κουμπώνω π.χ. "Θληκώσ σού' ειπα θα μπουντιάεις"
 Θυμιάμα  Το Λιβάνι (στην εκκλησία) 
 Θαραπαύκα  Ευχαριστήθηκα 
 Θέρμ  Ο πυρετός 
 Θμητικό  Μνήμη
 Θύμωμα  Πρήξυμο
 Θερτής  Ιούλιος
 Θιλί   Κομμάτι πίτας
 Θ΄κόμ - Θκό΄ς  Δικό μου - δικό σου
   
Ι  
   
 ίίίίί... νά ! (συνοδευεται με μούντζα)  Μα καλά πού χάθηκες εσύ
 Ίδισμα  Πράγμα ...  πχ. "τίνι τούτου ίδισμα"
 Ίσκνα  Παράσιτο δένδρου που χρησιμοποιείται για προσάναμα ή φυτίλι
 Ίτσ(h)  Καθόλου π.χ. "ίτσ κρίσ" (δέν μιλάει καθόλου)
   
Κ  
   
 Καθάριο  Το αλεύρι απο σιτάρι χωρίς πίτουρο
 Καλαμποκότσιαλο  Απομεινάρι καλαμποκιού, κότσιαλο, χρησιμοποιούνταν και ώς τάπα στις βτσέλες
 Καλ(ι)βώνω  Βάζω πέταλα στο μουλάρι
 Καμπλάφκι  Το Καπέλο του Ιερέα
 Κανίστρα  Ψάθινο καλάθι
 Καπνός  Καπνός, μτφ ο πονοκέφαλος π.χ. "Λάρωσε μ' σιήκωσες καπνό στο κεφάλι"
 Καράκωμα  Χτύπημα συνήθως με κάποιο αντικέιμενο π.χ. "τον καράκωσα με' να λιθάρ"
 Κάργα  Πάρα πολύ π.χ. "Το γέμσε κάργα"
 Κάρνο  Το κάρβουνο
 Κασκανίκα  Λαμογιά πχ. " Μόκανε μιά κασκανίκα..."
 Καστραβέτσια  Αγγούρια
 Κατόπι  Έπειτα, μετά μτφ Ακολουθώ
 Κατσαπλιάς  Αυτός που δέν έχει οργάνωση
 Κατσιούλα  Η κουκούλα - φούλ γέμισμα ... πχ. "σού' ειπα μήν το γεμίεις κατσιούλα..."
 Κατσκάδα  Μικρή (σε ηλικία) γίδα
 Καφοκούτ  Το κουτί του καφέ .... και επειδή λόγω της φτώχειας ήταν άδειο  και το άδειο... πχ. "πάει αυτός καφοκούτιασε"
 Κατώι  Το υπόγειο
 Κλαπατσίμπανα  Τα μουσικά όργανα
 Κλαπατσίμπαλα  Τα αντρικά γεννητικά όργανα
 Κλιτσινάρ  Το πόδι (εφόσον αφορά λιανό πόδι)
 Κλιάστρα  Το πρώτο γάλα των ζώων
 Κόθρος  Η κόρα του ψωμιού.
 Κοντοτούρτα  Ο Σκορπιός
 Κοκομπέλες  Μανιτάρια
 Κοκόσιες  Καρύδες
 Κοκοσιάκος  Το μήλο του αδάμ
 Κόνξα  Νούμερο - νάζι  πχ. "μή μ'κάνς κόνξες σλέω"
 Κοτάω  Τολμώ δείχνω θάρος π.χ. "Αν κοτάει ας έρθ"
 Κοσιεύω  Τρέχω
 Κουμούτσ  Κρέας
 Κουράδας  Ο Τεμπέλης  πχ "σιίκ ουρε κουράδα νύχτωσε"
 Κοπρίτς  Ημίαιμος σκύλος  μτφ. Ο τεμπέλης
 Κόσα  Η κοτσίδα
 Κοψίδι  Κομμάτι κρέας  
 Κρεβάτα  Το μέρος του ύπνου ... κρεβατοκάμαρα
 Κρεμαντζλιέμαι  Κρεμιέμαι
 Κρένω  Μιλάω  πχ. Η μάνα στο παιδί... "κρίν ορε ζαβό ποιός έφαε τν μπατσάρα"
 Κρινί  Κυψέλη μελισσών μτφ. πολλοί... πχ. "Ήταν πολοί στν εκκλησιά .... οουουουοου.. κρινί"  
 Κριτσπέταλος  Μεγάλη φασαρία (απο τσακωμό αλλά και γλέντι)
 Κρούνα  Η κουρούνα και μτφ. το μεθύσι
 Κρούω  Αγγίζω πχ. "Μή μι κρούς σούειπα"
 Κούμπλο  Το κορόμηλο 
 Κούρνα  Το κοτέτσι
 Κούρμαξε   Άκουσε
 Κουρκούτ  Χυλός με αλεύρι και νερό.. μτφ το αποτέλεσμα φασαρίας "Λάρωσε σούειπα...  μόκανες κο κεφάλ κουρκούτ"
   
 Λ  
   
 Λαγαρό
 Καθαρό - διάφανο
 Λάιο - ς  Σκούρος μαύρος
 Λαλάω - Λαλμένος  Ο τρελός / τρελάθηκε...  πχ. "Πάει ο κίτσιος λάλσε"
 Λιανούρια  Λεπτά ... μτφ. Τα μικρά παιδιά
 Λιανώματα  Τα ψιλά
 Λιθάρ  Η Πέτρα
 Λίχνισμα  Το καθάρισμα του σιταριού κλπ με την βοήθεια του αέρα που γινόταν συνήθως στα αλώνια
 Λιούμπ  Λάσπη
 Λό (Γιαννιώτικο)  Σκασμός .. βούλωστο
 Λώβα / Λωβιάζω  Βρωμία ... Πολύ βρωμία .... βρωμίζω ..Η βρώμα (γυναίκα) πχ. "μή μι κρούς θα μι λουβιάις"
   
   
 Μ  
   
 Μαντανία  Μάλινο υφαντό
 Μαντζαφλάρ  Γνωστό αντικείμενο με άγνωστο όνομα ... χωρίς να προσδιορίζει σχήμα. Επίσης μτφ το αντρικό μόριο.
 Μαντραβίτσα
 Μυρμιγκιά ... Βγαίνει άμα ...... μετράς τα αστέρια.
 Μαξούμ  Το μικρό παιδί
 Μαρκάλισμα  Η πράξη αναπαραγωγής των αμνών
 Μαρκούτσ  Το ... μικρότερο μαντζφλάρ...
 Μαρμάγκα  Αράχνη
 Μασιά  Εργαλείο για το σκάλισμα της φωτιάς και για το συνετισμό των παιδιών πχ.. "Άμα σε πιάκου με τ μασιά"
 Μαστάρ  Το Βυζί
 Ματσιαλάω  Μασάω 
 Μίρλα  Μυξόκλαμα... Γρίνια
 Μολόημα  Μείναμε στην ιστορία... "Γίναμαν για μολόημα"
 Μουσ(h)τερής  Υποψήφιος πελάτης
 Μούτος  Ο Μουγκός...  πχ.. (Κρίνε ορέ ... μούτος είσι)
 Μπάμπλικο  Μικρή Λίμνη , συγκέντρωση νερού... φυσικά ή τεχνητά
 Μπανταλός  Ο Χαζός
 Μπάκακας  Ο Βάτραχος
 Μπάλα  Το μέτωπο ...
 Μπάτσα  Σφαλιάρα
 Μπατσαριά  Χορτόπιτα χωρίς φύλλο..
 Μπέχο (Γιαννιώτικο)  Χωρίς πληρωμή... τζάμπα. πχ.   «όπου μπέχο τρέχω», «μπέχο κι όσο αντέχω» και «παν μπέχον, άριστον»
 Μπίτ  Καθόλου
 Μπίμτσα  Το υπόγειο (πραγματικό όχι τα πατσιαριανά...) .. κελάρι
 Μπίτσα  Τελείωσα ... κουράστηκα
 Μπιτζιάρω (Γιαννιώτικο)  Κλέβω
 Μπλέτς  Γυμνός 
 Μπλετσκώνω / Μπλετσκωσα  Χόρτασα..  πολύ.. Φούσκωσα
 Μπλάνα  Μεγάλο κομμάτι
 Μπλάρ  Το Μουλάρι
 Μπλάτς  Χύμα, εγκατάλειψη ....  πχ "τν πρίμινε μπλέτς αλλά τουν αφκε μπλατς"
 Μπλέτς  Γυμνό
 Μπουτσκάβουρ  Κοντοτούρτα 
 Μπουρμπούτσαλα (Γιαννιώτικο)  μτφ. Τρίχες....  Ψέμματα  πχ. "μας γιόμσε μπουρμπούτσαλα"
 Μπουτσοκλαίω  Κλαίω στα μουλοχτά.. 
 Μπούτσκα  Προβατίνα με γκρίζο χρώμα.... μτφ. με τον κύπρο σημαίνει .... σβήγκος  πχ. "τί σόφερε ο πατέρας... τν μπούτσκα με τον κύπρο"
 Μπουχαρή  Καμινάδα
 Μπούζ  Πολύ κρύο
 Μπράσ(h)τ  Έφυγε άρον άρον ... πχ. "τν έκανε μπράστ αλοιώς ....θα το μούτευα"
 Μουμούδ  Μικρό έντομο... ο Οκνηρός
 Μουνούχι  Το ευνουχισμένο ζώο
 Μουτεύω  μτφ. Δέρνω .... πολύ...  πχ. "'Αμα τη πιάκω θα τη μουτέψω" ... "τ βρίκι να μαρκαλιούνταν κι τ' μούτιψι"
   
   
   

   

I

Χρήσιμες Συνδέσεις

Υπουργείο Εσωτερικών Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Διαύγεια MileSTONES logo medium 300x300
Περιφέρεια Ηπείρου ΚΕΠ Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Βρείτε μας...

Αγία Κυριακή Θεριακησίου, 45500 Ιωάννινα
Τηλ: 2654360100 - Fax: 2654360120